Τα Νέα μας

Εικόνες Ελλάδας χτίζει η λεβάντα τελευταία

10-10-2015

Όλο και µεγαλύτερη έκταση καταλαµβάνει τα τελευταία 3-4 χρόνια στη χώρα µας η καλλιέργεια λεβάντας, η οποία προστέθηκε στο «χαρτοφυλάκιο» Συνεταιρισµών και Οµάδων Αρωµατικών Φυτών, ενώ δηµιουργήθηκαν και άτυπες οµάδες 2-3 παραγωγών, µε στόχο την αποτελεσµατικότερη διάθεση του προϊόντος. Θέλγητρο για αρκετούς αποτέλεσε η δυνατότητα να προσδώσουν µόνοι τους υπεραξία στο προϊόν δεδοµένων των πολλών χρήσεών του.

Για παράδειγµα, «στην Προβηγκία της Γαλλίας χρησιµοποιείται σε παγωτά, αρωµατισµένα τυριά, κουλούρια, λικέρ, ποτά, καπνιστά λουκάνικα, καραµέλες, γλυκίσµατα», υπογραµµίζει ο Μενέλαος Παπαθεοδώρου, ο οποίος καλλιεργεί λεβάντα µαζί µε άλλους 2 παραγωγούς στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης.

Επιπλέον, η καλλιέργεια περισσότερων στρεµµάτων τόσο στο Κιλκίς όσο και στην Κοζάνη και στη Λάρισα έγκειται στη µεγάλη ζήτηση αφενός στην Ελλάδα από διάφορες εταιρείες απορρυπαντικών κ. ά. δεδοµένου ότι υπάρχει έλλειµµα στην εγχώρια αγορά αφετέρου στο εξωτερικό. Βέβαια, οι εταιρείες στο εξωτερικό µπορεί να χρειάζονται 500-1.000 λίτρα έλαιο λεβάντας το µήνα, που σηµαίνει πάνω από 500 στρέµµατα προκειµένου να µπορεί κανείς να ανταποκριθεί. Αυτή τη στιγµή οι περισσότεροι διαθέτουν τα προϊόντα τους σε χονδρεµπόρους, οι οποίοι τα µεταπωλούν σε καταστήµατα (η τιµή παραγωγού σ’ αυτήν την περίπτωση είναι για το έλαιο 50-60 ευρώ το λίτρο και για τη δρόγη 7,5-10 ευρώ το κιλό), κυρίως τους χειµερινούς µήνες, ενώ τώρα που η διαθέσιµη ποσότητα είναι περισσότερη αρκετοί χονδρέµποροι αγοράζουν έναντι 35 ευρώ το λίτρο λεβαντέλαιο, τιµή µε την οποία «δε βγαίνουν τα έξοδα», λένε χαρακτηριστικά οι παραγωγοί.

Εδώ αξίζει να επισηµανθεί ότι όσοι παραγωγοί διαθέτουν το έλαιο απευθείας σε καταστήµατα λαµβάνουν 80-100 ευρώ το λίτρο.

Φέτος η ποιότητα του ελαίου φαίνεται (από το άρωµα κ.λπ.) εξαιρετικά υψηλή, καλύτερη από την αντίστοιχη πέρυσι, λόγω της φετινής ξηρασίας και των υψηλών θερµοκρασιών, συνθήκες που οδήγησαν και στην εκτόξευση της ποσότητας του ελαίου. Όπως επισήµανε στην Agrenda ο καλλιεργητής απ’ το Κιλκίς Μπούρσης ∆ηµοσθένης από τα 300 κιλά πρώτη ύλη παράγονται τώρα 9 κιλά έλαιο, ενώ πέρυσι η αντίστοιχη ποσότητα ελαίου ήταν 4-4,5 κιλά. Βέβαια, σε έναν περίπου µήνα θα µπορεί να φανεί µε σαφήνεια η ποιότητα του ελαίου λεβάντας της φετινής σεζόν, καθώς αυτό το διάστηµα οι παραγωγοί λεβάντας βρίσκονται στη φάση της απόσταξης.
Γενικότερα, όπως τονίζουν οι παραγωγοί, έχει παρατηρηθεί ότι απ’ το ίδιο φυτό στην Ελλάδα παράγεται έλαιο µε καλύτερα χαρακτηριστικά σε σχέση µε αυτό που παράγεται όταν το φυτό καλλιεργείται στη Βουλγαρία λόγω των ευνοϊκότερων για την καλλιέργεια κλιµατικών συνθηκών στη χώρα µας (ήλιος, αέρας, αµµώδη-ελαφριά εδάφη). Το κόστος για τα φυτά απ’ τη Βουλγαρία ανέρχεται στα 15 λεπτά το ένα, ενώ γι’ αυτά από ελληνικά φυτώρια στα 25 λεπτά, µε τις στρεµµατικές αποδόσεις να υπολογίζονται στα 1.250-2.200 φυτά ανάλογα µε την ποικιλία. Εδώ αξίζει να επισηµανθεί ότι για να φυτέψει κανείς ένα στρέµµα χρειάζονται 2 εργατικά τη µέρα, πέρα από τα τσαπίσµατα, το όργωµα, το δισκοσβάρνισµα. Το συνολικό εργατικό κόστος υπολογίζεται στα 100-150 ευρώ το στρέµµα ετησίως, ενώ το κόστος εγκατάστασης κυµαίνεται στα 250-400 ευρώ το στρέµµα ανάλογα µε την ποικιλία την περιοχή κ.λπ.

Μύθος ότι η λεβάντα δε θέλει δουλειά
«Είναι µύθος ότι η λεβάντα θέλει λιγότερη δουλειά», επισηµαίνει ο παραγωγός ∆ηµοσθένης Μπούρσης, χαρακτηρίζοντας την καλλιέργεια «όµορφη και ευχάριστη». Σύµφωνα µε τον ίδιο, αν κανείς καλλιεργεί 5-20 στρέµµατα, έχει κέρδος, «σε περίπτωση που δουλεύει την καλλιέργεια ο ίδιος». Στο ίδιο κλίµα, ο καλλιεργητής λεβάντας Μενέλαος Παπαθεοδώρου υπογραµµίζει ότι οι καλλιεργητικές φροντίδες είναι αρκετές ειδικά όσον αφορά τη βιολογική λεβάντα.
Οι παραγωγοί δηλώνουν «ενθουσιασµένοι» στην Agrenda όσον αφορά το φυτό, το οποίο είναι ανθεκτικό και ευδοκιµεί σε άγονα, αµµώδη εδάφη. Επίσης, αξίζει να επισηµανθεί ότι τα ζώα (κατσίκια κτλ) δεν πλησιάζουν στα φυτά της λεβάντας λόγω πιθανόν της έντονης µυρωδιάς της, τονίζουν οι παραγωγοί συµπληρώνοντας ότι δεν έχουν βρει φίδι σε κανένα χωράφι.

Δεν πτοούνται από τις πέτρες τα φυτά
Τον Οκτώβριο-Νοέµβριο είναι η κατάλληλη εποχή για να φυτευτεί η λεβάντα και όχι τον Μάιο κατά κοινή οµολογία των παραγωγών, πολλοί απ’ τους οποίους το έµαθαν µέσα από το λάθος τους. Αντίστοιχα, η συγκοµιδή φέτος πραγµατοποιήθηκε από τις 10 Ιουλίου έως και αυτή τη βδοµάδα (σε κάποιες ορεινές περιοχές).
Αξίζει να επισηµανθεί ότι µεγαλύτερο υψόµετρο συνεπάγεται ποιοτικότερο έλαιο και ότι οι αποδόσεις της καλλιέργειας σταθεροποιούνται συνήθως από τον 4ο χρόνο στα 400-500 κιλά χόρτο το στρέµµα.
Τα φυτά δεν πτοούνται σε πετρώδη εδάφη, αρκεί να στραγγίζουν εύκολα και να µην κρατάνε υγρασία και δεν προσβάλλονται από ιδιαίτερες ασθένειες. Έτσι, «δεν απαιτούνται ψεκασµοί για την καταπολέµηση ασθενειών, λιπάσµατα και σε µερικές ποικιλίες πότισµα», ανέφερε –µεταξύ άλλων- ο καλλιεργητής λεβάντας Αθανάσιος Αντωνόπουλος κατά την οµιλία του στο πλαίσιο του Taste & Food Society του Perrotis College πριν 2 µήνες.
Σύµφωνα µε τον ίδιο, η παραγωγή ελαίου αυξάνεται όσο αυξάνεται το υψόµετρο γιατί η άνθηση των φυτών σε ψυχρές περιοχές είναι αφθονότερη.
Όσον αφορά το κατάλληλο έδαφος, ο κ. Αντωνόπουλος διευκρινίζει ότι αυτό θα πρέπει να είναι ασβεστολιθικό µε µεγάλη περιεκτικότητα σε άµµο και άργιλο, µε PH από 6,50-7,50 και καλή αποστράγγιση, φτωχό, καθώς δεν ευνοεί την ανάπτυξη το βαρύ χώµα. Βέβαια, «πριν απ’ την απόφαση για την καταλληλότητα ή όχι του εδάφους, απαιτείται εδαφολογικός έλεγχος σε βάθη 30 και 60 εκ. για κάθε θέση τουλάχιστον σε 3 σηµεία του χωραφιού», επισηµαίνει.
Όπως τονίζει, οι υβριδικές ποικιλίες παράγουν τις υψηλότερες αποδόσεις σε άνθη και τις µεγαλύτερες ποσότητες σε αιθέριο έλαιο ανά µονάδα επιφάνειας.
Όλες οι λεβάντες είναι ευαίσθητες στην υψηλή υγρασία, ενώ οι υψηλές θερµοκρασίες του καλοκαιριού –πάνω από 35 ο C- επηρεάζουν την ποιότητα του παραγόµενου ελαίου.
Τέλος, η ανάπτυξη δεν είναι καλή όταν η περιοχή έχει έντονη σκίαση από παρακείµενα δέντρα ή άλλο εµπόδιο και κακή ηλιοφάνεια.

Κάλεσμα στους αγρότες να βάλουν στρέμματα
«Εκστρατεία» πειθούς των παραγωγών του οροπεδίου Βοΐου της ∆υτικής Μακεδονίας, να ασχοληθούν µε την καλλιέργεια της λεβάντας, αλλά και του βιοµηχανικού τριαντάφυλλου, έχουν εξαπολύσει τα µέλη του τοπικού συνεταιρισµού αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών.

Η ζήτηση, που υπάρχει και για τα δύο προϊόντα, ξεπερνά την υφιστάµενη παραγωγή µε συνέπεια να δηµιουργείται ένα εµπορικό κενό, που γεννά ευκαιρίες δραστηριοποίησης στο χώρο και µάλιστα, όπως τονίζουν στελέχη της οργάνωσης, µε καθαρές εισοδηµατικές αποδόσεις της τάξης των 220 ευρώ για τη λεβάντα και των 600 ευρώ για το τριαντάφυλλο ανά στρέµµα.

Για να µπορέσει να γεφυρώσει το χάσµα µεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ο Συνεταιρισµός απηύθυνε ανοικτή πρόσκληση προς τους τυχόν ενδιαφερόµενους, να το µετουσιώσουν σε πράξη. «Τυπικά η προθεσµία έληγε 20 Ιουλίου, αλλά θα κάνουµε δεκτά τα αιτήµατα µέχρι και τις αρχές Αυγούστου», µας είπε η γ. γ. του συνεταιρισµού Κατερίνα ∆αδαµούγια, διευκρινίζοντας πως αν και η φύτευση γίνεται τον Οκτώβριο είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσει το τοπίο έγκαιρα, για να γίνουν οι παραγγελίες των φυτών από τη Βουλγαρία.

Οι υφιστάµενες καλλιέργειες λεβάντας από µέλη του Συνεταιρισµού είναι της τάξης των 600 στρεµµάτων και στόχος είναι να φτάσουν τα 5.000 στρέµµατα. Η απόδοση ανά στρέµµα είναι περί τα 4-5 λίτρα λεβαντέλαιο, µε την τιµή του λίτρου να είναι στα 70 ευρώ, για την πρώτη ποιότητα. «Με δεδοµένο ότι το κόστος διαχείρισης σε ετήσια βάση είναι 60 ευρώ για καλλιεργητικές φροντίδες και άλλα 60-70 ευρώ εργατικά, η καθαρή εισοδηµατική απόδοση είναι στα 220 ευρώ το στρέµµα για τον παραγωγό» εκτιµά ο γεωπόνος του Συνεταιρισµού Γιώργος Κασαπίδης και σηµειώνει ότι το κόστος εγκατάστασης είναι στα 300 ευρώ το στρέµµα.

Όσον αφορά τα τριαντάφυλλα, «µε µια µέση απόδοση στα 400 κιλά το στρέµµα, η οποία επιτυγχάνεται εύκολα µετά το 4ο έτος της φυτείας, το καθαρό εισόδηµα για τον παραγωγό είναι της τάξης των 600 ευρώ, το στρέµµα», αναφέρει ο κ. Κασαπίδης.

Πρόθεση του συνεταιρισµού είναι να µπει –και ήδη το κάνει πιλοτικά- και στην καλλιέργεια µέντας, µελισσόχορτου, δυόσµου, ρίγανης, τσαγιού του βουνού κλπ. Λ. Λιάµης

Κρόκου Μαρία

πηγή: www.agronews.gr